Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Ο πόλεμος και η ειρήνη στην ποίηση


















Η ποιήτρια Σουχέιρ Χαμάντ ερμηνεύει δύο ανατριχιαστικά προφορικά κομμάτια: 
«Τι θα κάνω» και «Σπάστε (διεσπαρμένα)» 

Δείτε εδώ: Τι θα κάνω
Στοχασμοί στον πόλεμο και την ειρήνη, στις γυναίκες και τη δύναμη. Περιμένετε τον εκπληκτικό στίχο: «Μη φοβάστε αυτό που έχει ανατιναχθεί. Αν πρέπει, φοβηθείτε αυτό που δεν έχει ανατιναχθεί.» 

Χιονίζει γιε μου του Γιάννη Ρίτσου

Το μικρό κορίτσι



Εγώ είμαι,εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας. 
Εδώ ή αλλού,χτυπάω όλες τις πόρτες 
ω,μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη 
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει. 

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα 
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε 
κι είμαι παιδί,τα εφτά δεν τα καλόκλεισα, 
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν. 

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου 
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια 
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα 
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ'ένα ουρανό συγνεφιασμένο. 

Ω,μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα, 
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει 
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε 
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει. 

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας,ακούστε με, 
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας 
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται 
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες. 

Ναζίμ Χικμέτ 

(απόδοση Γιάννη Ρίτσου) 

Ραψωδία Ζ , 369-529 ΕΚΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ



Ενώ ο Διομήδης με το Γλαύκο ανταλλάσσουν τα όπλα τους διαμορφώνοντας ένα αντιπολεμικό διάλειμμα μέσα στον ορυμαγδό της μάχης , προβάλλεται από τον ποιητή  η συνάντηση του Έκτορα με τη γυναίκα του, Ανδρομάχη, και τον γιο του, Αστυάνακτα.
Το πρωτοπαλίκαρο των Τρώων, σε ένα διάλειμμα της μάχης, μπαίνει μέσα στο κάστρο για να βρει τον Πάρη (όχι τόσο για να τον μαλώσει όσο για να τον φέρει στον "ίσιο" δρόμο της τιμής και της ανδρείας) και με την ευκαιρία αναζητά τη μητέρα του, τη γυναίκα του και τον γιο του, για να τους δει – ίσως για τελευταία φορά.
 Όταν συναντιέται με την Ανδρομάχη, πραγματοποιείται η πιο ανθρώπινη και αντιπολεμική ίσως στιγμή της Ιλιάδας. Η Ανδρομάχη προσπαθεί να τον πείσει να μείνει μέσα στο κάστρο, γιατί φοβάται πως από το πεδίο της μάχης δεν θα επιστρέψει ποτέ, και τότε εκείνη θα μείνει χήρα, και επιπλέον θα χάσει την ελευθερία της και θα καταντήσει δούλα των Αχαιών. Ο Έκτορας προσπαθεί να την παρηγορήσει. Γνωρίζει τη μοίρα της Τροίας, αλλά οφείλει να εκπληρώσει το χρέος του (το καθήκον του και να προστατέψει την υστεροφημία του από την οποία πρέπει να απουσιάζει η ντροπή. βλέπε και σχόλια παρακάτω) και να συνεχίσει τον ολέθριο πόλεμο. Κι εκείνον τον πονάει ο σίγουρος θάνατός του, η καταστροφή της πόλης του και η διαγεγραμμένη μοίρα της γυναίκας του, αλλά δεν είναι δυνατόν να κάνει αλλιώς. Ύστερα παίρνει και χορεύει στα χέρια του το παιδί του (σαν πατέρας πια), εκείνο όμως κλαίει, γιατί φοβάται την πανοπλία του πατέρα του, πράγμα που φέρνει χαμόγελα στο αντρόγυνο. Ο Έκτορας βγάζει την περικεφαλαία, και εύχεται στο μέλλον να γίνει ο γιος του δυνατός βασιλιάς, πιο ξακουστός από τον πατέρα του.





#2   
Και κάτι από την αρχαία ελληνική ποίηση.

απόσπασμα από την ΕΚΑΒΗ του ΕΥΡΥΠΙΔΗ:

"Ζω και με πόνους ζώνουμαι,
μα σαν τη βιά δεν είναι ούτε οι πόνοι.
Από την αμυαλιά του έφερε ένας το χαμό
και τον ξολοθρεμό σε όλους. Και τώρα
από τους ξένους συφορά πλακώνει μες στου Σιμόεντα τη χώρα.

Κι η κρίση πο' κρινε ο αγελαδάρης πα στην Ίδα,
για τη συνέρια τους τις τρεις μακάριες κόρες,
ξεδιάλυνε σε σκοτωμούς, σε μπόρες
και γκρεμισμένα τα παλάτια μου είδα.

Όμως, και δίπλα στον που ωραία ρέει Ευρώτα
στο σπίτι της κάποια λακώνισσα παρθένα
μυριόκαρδα θρηνεί. Και κάπoια μάνα μόνη,
που τα παιδιά της είναι σκοτωμένα,
μαλλοτραβά το άσπρο κεφάλι και τα μάγουλα
με νύχια ματωμένα οργώνει..." 


Φίλε Οπενχάιμερ,


λάβαμε
τις τελευταίες ειδήσεις σας.
Φορτωμένα τις μέρες αυτές, τα ερτζιανά κ' οι ασύρματοι
πάνε και φέρνουν, σ' όλο τον κόσμο, τη σιωπή και τη θλίψη σας.
Και μεις, άνθρωποι απλοί, όπως κάνουμε πάντοτε,
γνωρίζοντας πως ο πόνος κατοικείται από το Θεό
σηκωθήκαμε ορθοί και κρατήσαμε
σιγή πέντε λεπτών μπρος στη θλίμη σας,
με σκυμμένα τα πρόσωπα
και σταυρωμένα τα χέρια μας.



Αλλά, φίλε Οπενχάιμερ, όχι·
δεν προσθέσατε τίποτα στην καρδιά μας. Η πράξη σας
έμεινε πράξη. Η σελίδα σας έκλεισε.
Τ' ανάλαφρο σαν αστέρι όνομά σας
έγινε στάχτη στη Χιροσίμα.
Σε τι θα ωφελούσε ν' αφήσουμε τώρα
την καρδιά μας αδέσποτη κάτω απ’τα δάκρυά σας;
Σε τι θα ωφελούσε να κάτοσυμε δίπλα σας
αντίκρυ στο σύμπαν; Σας παραδίνουμε στη
μακροθυμία των αιώνων κι ευχόμαστε
ν' αξιωθείτε τη χάρη της.

Τι να σας κάνουμε; Πού
να σας κρύψουμε; Όπου
κι αν σας βάλει κανείς
σαν πύργος πανύψηλος
θα κρύβετε πάντοτε
ένα μέρος του ήλιου.

Δεν είναι στο χέρι μας.
Δεν υπάρχει πια δέντρο να καθίστε στη ρίζα του.
Η στέγη του σύμπαντος δε θα σας ήθελε.
Εμείς, άνθρωποι απλοί, που ο Θεός μας γυρίζει τα φύλλα
           των ημερών,
που λογαριάζουμε τη ζωή μας με την ανατολή του ηλίου,
που υπογράφουμε στην καθαρή μας καδριά
             τα πεπραγμένα μας με τη δύση του,
σας εγκαλούμε: Εν ονόματι
της χρυσής άμμου των ουρανών
και της πανσπερμίας του πλανήτη μας
σας εγκαλούμε: Ακούστε μας!
Δεν έτυχε, φίλε Οπενχάιμερ, ποτέ, να σκεφθείτε με πόσα
δάκρυα φτιαχτήκαν οι κήποι του κόσμου;
Δε είχατε δάκρυα να μετρήσετε;
Δεν σας φτάναν οι αριθμοί για την εξίσωση της αλήθειας;
Ποτέ δεν σταθήκατε, μόνος προς μόνον, αντίκρυ στα μάτια μας
κι αντίκρυ στο θαύμα του χεριού τ' αδερφού σας;

Πώς σας διέφυγε,
φίλε Οπενχάιμερ,
- ένα σύνολο από
μικρά και μεγάλα
θαύματα - ο άνθρωπος;

Από μας και για μας ξεκινούν οι οδοί και τα έργα
           του σύμπαντος. Χωρίς εντολή
πώς τολμήσατε, φίλε Οπενχάιμερ;

Χωρίς συγκατάθεση
είσαστε όλοι παράνομοι
κάτω απ' τον ήλιο...

[...]

Φίλε Οπενχάιμερ, βάζοντας τ' αυτί σας στο χώμα,
στο βάρος, στο βάρος, στο βάρος που υπάρχει σ' ένα ψίχουλο
            άμμου, θ' ακούσατε
τη διπλή του βοή. Μοιρασμένο το φως και το σκότος
            στα βάθη του,
το καθένα τους χωριστά, περιμένουν. Το φως
περιμένει το χέρι μας. Το σκότος το λάθος μας.
«Προσέξετε! φίλοι προσέξετε!»
                                    Δεν ακούσατε, φίλε Οπενχάιμερ,
που σας φώναζε κάποιος; Δεν τον είχατε ακούσει ποτέ; Δεν
γνωρίσατε τη φωνή της αγάπης;
Κ' έτσι γίνατε θάνατος! Κι έτσι γίνατε τρόμος!

Μάνα μας! Μάνα μας!

                                  Θεέ μου,
τι την ήθελες πλάι στην καρδιά την προδοσία του Πνεύματος;

* * *

«Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!»


Δεν έχετε ούτε τη δύναμη
να φωνάξτε, παρών;

Σήκω απάνω κατηγορούμενε!

Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!
Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες.
Καταδικάστηκες τελεσίδικα:
Να κρίνεσαι πάντοτε, υπόδικος ως
το τελευταίο λυκόφως.

[...]

Προσέξτε με, όχι, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τα 'χω ξεθάψει απ' τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν' ανοιγοκλείνει.
Τ' άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο,
δεν μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, νάχει ένα όνομα.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρόμπερτ, δε με γνώρισες; ο αδελφός σου
           Ρόμπερτ! Είμαι εγώ, ο αδελφός σας,
που σας ζύμωσα το ψωμί και το ξέρατε.
Που σας ύφανα και το ξέρατε, που σας τα 'δωσα όλα,
που σας έχτισα τ' αργαστήρι σας με παράθυρα στον ουρανό,
να μελετάτε τον ήλιο, να ψάχνετε
το βάθος του κόσμου, να στοχάζεστε άνετα.
Κ' εσείς, αντί να παρακάμψετε τη νύχτα,
να φυλαχτείτε από τη Σκύλλα κι απ' τη Χάρυβδη,
που καιροφυλαχτούν ανάμεσα στις μεταμφιεσμένες
            συμπληγάδες,
αφήσατε ανοιχτές τις πόρτες του εργαστηρίου σας
και μπήκε μέσα αυτό το μαύρο σκυλί ο Μεφιστοφελής
            κ' έκατσε δίπλα σας
κι αφήσατε τα χέρια σας μες τα δικά του
και ψαλιδίζατε το φως
και μαστορεύατε στο σκοτάδι.

[...]

Σαν από χρέος θεϊκό ήρθαμε να σας βασανίσουμε,
γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, ο ουρανός στάζει φως,
και σεις, σημαδέψατε στην καρδιά την ημέρα του κόσμου.

Δε σας μιλώ από ένα άλλο αστέρι,
σας φωνάζω απ' το παράθυρο του αδελφού σας,
έχω μπει στην ψυχή σας και περπατώ πέρα-δώθε...
Τα σιδερένια παπούτσια μου βουλιάζουνε, τρίζουν
τα καρφιά τους στα νεύρα σας, ματώνουν, ενώ
ένα κοπάδι καρκίνοι, με μαύρες δαγκάνες,
βόσκουν αμέριμνοι στο λιβάδι της.

* * *
Τόσο ψηλά που ανεβήκατε, φίλε Οπενχάιμερ,
και ποτέ σας δε στρέψατε πίσω; Δεν είδατε
το μακρύ δρόμο κάτω από το χρόνο
που ο πρόγονός σας διάσχισε παλεύοντας;
Σε παραγκάκια, σε καλύβια, σε σπηλιές, απ' τον καιρό
           της φωτιάς,
σ' εκατομμύρια εργαστήρια τα χέρια του ξεκοκκίζοντας
             το σκοτάδι,
περάσανε τη ρόδα του κόσμου από χίλιους σταθμούς,
την ξεκινήσανε απ' τον πηλό, την ανεβάσανε στα ηλεκτρόνια,
τη φέραν στα χέρια σας για την άλλη συνέχεια και σεις,
μας τα φέρατε ανάποδα όλα, τους πάγκους μας, τα λουριά μας,
            τις χύτρες μας.
Τον ιδρώτα μας, το αίμα μας, όλα. Δεν είδατε, φίλε
              Οπενχάιμερ,
το γέρο τεχνίτη των αιώνων που καθόταν εκεί
σε μια γωνιά λυπημένος; Δεν είδατε
τα σεβάσμια του γένια που πήγιαναν κι έρχονταν τρέμοντας
όπως σήκωνε την ποδιά να σκουπίσει τα μάτια του;
Δεν είδατε το Δημόκριτο που κούνησε το κεφάλι του
σα να σάλεψε ένα αστέρι; Τους παραγιούς της σοφίας
που είχαν όλοι τους σκύψει περίλυποι γύρω
           απ' την πρώτη σας έκρηξη;

Καταλαβαίνετε, φίλε Οπενχάιμερ.
Το νερό που διψάτε δεν υπάρχει πια εδώ.

[...]

Μάρτυρας το άγριο τούτο πένθος, που επικάθεται
τις ώρες αυτές στον πλανήτη μας
που περνά μέσα στις αχτίνες του ήλιου και τις συννεφιάζει,
που το σηκώνουμε και μας γονατίζει,
που αν δοκιμάσεις να το ειπείς σου σκίζει τη φωνή,
που αν δοκιμάσεις να το γράψεις σου σκορπίζει τα δάχτυλα,
που πέφτει σαν μια τσεκουριά στους αιώνες: Η Αγία Τράπεζα
της Επιστήμης σκεπασμένη κάτω από το μέλλον
μ' ένα μακρύ κατάμαυρο πανί·

[...]

Φίλε Οπενχάιμερ, όχι πια, δε θα σε βασανίσω περισσότερο.
Αν μπορείς να κοιμηθείς, κοιμήσου.
Αν μπορείς να κοιτάξεις τον ήλιο, κοίταξέ τον.
[...]
Μόνος σας, πρόσωπο με πρόσωπο, κριθείτε με το σύμπαν.
Οσο χτυπά η καρδιά σας, μείνετε, μείνετε έτσι ακόμα,
κλαίγοντας και κοιτάζοντας απάνω σας αυτούς
τους θεαματικούς ορίζοντες που άλλοι θα τους ανέβουν,
σε κάθε σκαλοπάτι δίνοντας το χέρι τους και στους άλλους,
έτσι που ν' ανεβαίνουν ανεβάζοντας,
χτενίζοντας τα στάχια με λαμπρές αχτίνες,
σ' έναν κόσμο γιομάτον από τραγούδια κι αστροφεγγιές.

[...]

Ελπίζω ακόμη ωστόσο σ' αυτό που μου μένει.
Να πάρω ανάμεσα στα χέρια μου το κεφάλι
            του συνανθρώπου μας
να βρέξουνε τα μάτια μου, όλη τους τη βροχή,
            στο πρόσωπό του,
να βγάλω αυτή τη βιολετιά μαντίλα της ψυχής μου,
να του διπλώσω τ' άγιο σώμα του πάνω στα γόνατά μου,
(ω, δε θα σας κατηγορήσω άλλο πια!)
Φίλε Οπενχάιμερ, όλοι

έχουμε ανάγκη από τη συγγνώμη του.

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ», Ποιήματα 1929-1957. Οδοιπορία, Διογένης, Αθήνα 1972, σ. 175-191]


Robert Oppenheimer
(1904-1967)

Ο Robert Oppenheimer ήταν θεωρητικός φυσικός και συχνά αποκαλείται ως ο πατέρας της ατομικής βόμβας, εξαιτίας του ρόλου που έπαιξε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Manhattan Project.

ΓΙΕ ΜΟΥ ΜΟΝΑΚΡΙΒΕ ΜΟΥ 

Γιε μου, μονάκριβε μου, 
σε μαρμαρώσανε 
σε μια μικρή πλατεία 
σαν σε σκοτώσανε. 
Και γράψανε στην πλάκα 
με τόση υποκρισία: 
"έπεσε πολεμώντας 
για την Ελευθερία". 

Μα εγώ, μικρό μου αγόρι, 
που σε μεγάλωσα, 
σε φύλαξα απ' το ξεροβόρι 
και σ' ανάστησα, 
σου δίνω την ευχή μου 
και τη συμβουλή μου 
να λες σ' αυτούς που σε κοιτάνε 
με λυπημένα βλέμματα 
πως βρίσκεσαι εκεί, 
γιατί σου είπαν ψέματα. 

Γιάννης Περγαντάς

Ο στρατιώτης ποιητής 

Δεν έχω γράψει ποιήματα 
μέσα σε κρότους 
μέσα σε κρότους 
κύλησε η ζωή μου 

Τη μιαν ημέρα έτρεμα 
την άλλην ανατρίχιαζα 
μέσα στο φόβο 
μέσα στο φόβο 
πέρασε η ζωή μου 

Δεν έχω γράψει ποιήματα 
δεν έχω γράψει ποιήματα 
μόνο σταυρούς 
σε μνήματα 
καρφώνω 


Μπ. Μπρέχτ 

Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα 
θερίζει δάση ολόκληρα, κι εκατοντάδες άντρες αφανίζει. 
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: 
Χρειάζεται οδηγό. 

Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο. 
Πετάει πιο γρήγορα απ΄ τον άνεμο, κι απ΄ τον ελέφαντα 
σηκώνει βάρος πιο πολύ. 
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: 
Χρειάζεται πιλότο. 

Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ. 
Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει. 
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: 

ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ 

Τι κι αν του πολέμου το χορό χορεύω 
γονατιστός ειρήνη εσέ γυρεύω. 

Κ.Παλαμάς



Σε δύο λεφτά θα ακουστεί το παράγγελμα"εμπρός"! 

Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ'άλλο. 

Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ'όπλου λόγχη από πίσω. 

Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς. 

Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια. 

Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μια άλλη σημαία. 

Έτοιμα να χτυπήσουν και να χτυπηθούν. 

Σ'ένα λεφτό πρέπει να μας δώσουν το σύνθημα. 

Μια λεξούλα μικρή μεσ'τη νύχτα που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει. 

Κι εγώ που 'χω μια ψυχή παιδική και δειλή 

που δε θέλει τίποτ'άλλο να ξέρει απ'την αγάπη, 

κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς-θεέ μου-να μάθω το γιατί. 

Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο το δίδυμο αδερφό μου. 

Μ.Αναγνωστάκης 

"Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, ή άποκτεινουσα τους προφήτας" 
Χισροσίμα, Χιροσίμα, ή άποκτεινουσα τους ανθρώπους! 
Ή Χιροσίμα είναι ή νεαρή μοίρα. 
Ή Χιροσίμα ακυρώνει την Ιστορία. 
Θημωνιάζει τους πολιτισμούς, καθώς ό Σαρδανάπαλος 
τους θησαυρούς του. 
Ή Χιροσίμα εϊναι το νέο πρόσωπο, το πρόσφατο προσωπείο, το πρόσωπο του αιώνα. 
Ή Χιροσίμα είναι ή παρουσία. 
Πίσω από κάθε φιλί, από κάθε σμίξιμο, από κάθε σπασμό υπάρχει ή Χιροσίμα. 
Πίσω από τη φωτιά στο τζάκι, από το αρχαίο τραγούδι, από το πατρογονικό παραμύθι υπάρχει ή Χιροσίμα. 
Ή νέα ποίηση είναι ή Χιροσίμα. 
Ή νέα ομορφιά είναι ή Χιροσίμα. 
Ή Χιροσίμα εϊναι το καινούριο μας δέρμα, ή καινούρια δορά, 
πού αχρηστεύει τους Αργοναύτες. 
Ή Χιροσίμα είναι ή νέα φιλοσοφία. 
Ή χρονολογία του κόσμου πού έρχεται. 
Ό άνθρωπος περπάτησε χιλιάδες χρόνια, για να φτάσει στη Χιροσίμα. 
Ό άνθρωπος στοχάστηκε χιλιάδες χρόνια, 
για να βρει το θεώρημα της Χιροσίμας. 
Ό άνθρωπος αναζήτησε, περιπλανήθηκε, ξενιτεύτηκε, 
θαλασσοπόρησε χιλιάδες χρόνια. 
Ή Χιροσίμα βρισκόταν 
στην άκρη του νερού, στην άκρη του δρόμου. 
Εκεί συνομίλησε με τους προγόνους του. 
Εκεί διατύπωσε την αρετή του. 
Εκεί αποκρυπτογράφησε τη συμπόνια του. 
Εκεί συναπάντησε την ανθρωπιά του. 
Ή Χιροσίμα είναι το σταυροδρόμι, 
ή αρχή καί το τέλος του κόσμου, 
το τέχνασμα καί το προσωπείο, 
το πρόσωπο, 
14 
Δώσ'μου το χέρι σου, για να μπορέσω να λησμονήσω τη Χιροσίμα. 
"Αφησε με να πιω τα σκοτεινά σου μαλλιά, για να μπορέσω να λησμονήσω τη Χιροσίμα. 
Μίλησε μου, με τη γλώσσα της σιωπής, για να μπορέσω να λησμονήσω τη Χιροσίμα, το μαύρο κύμα, τη Χιροσίμα. 
Τώρα ζούμε την έκπληξη, 
κατάντικρυ του θανάτου. 
Κι ωστόσο, μπορούμε καί λέμε: αδερφέ μου. 
Δεν αλλάξαμε γλώσσα. 
Μπορούμε καί λέμε: αδερφέ μου. 

Περάσαμε το "Αουσβιτς, το Νταχάου, το Λίντιτσε καί λέμε 
ακόμα: αδερφέ μου. 
Ό αδερφός μας βρίσκεται στην άλλη όχθη, 
παίζει με τα κόκκαλά του την ένατη. 
Διαβάζει «Εύθύδημο». 
Ό αδερφός μου φυτεύει τα παραμύθια του στην ουλή 
του προσώπου του. 
Ο αδερφός μας πασκίζει να τραγουδήσει καί του λείπει το χείλος. 
Ό αδερφός μας θέλει να κλάψει καί του λείπουν τα μάτια. 
Ο αδερφός μας θέλει ν "αγγίξει τα χέρια μας, να μας προσπέσει, να παραπονεθεί καί του λείπουν τα χέρια. 
Συμμαζώνει τα κόκκαλά του καί προχωρεί. 
Είναι ό νέος αδερφός, πού γεννήθηκε στα χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα στο Νταχάου, στα χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε στη Χιροσίμα: μετά Χριστόν." 

Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος 

"Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος 


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ' τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ' ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα 'ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ' τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!"

Τασος Λειβαδιτης

"Ειρήνη"


Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου
Απαγγελία: Γιάννης Ρίτσος

Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ειρήνη είναι όταν»

Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.
Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τα ’χετε όλα
καλά λογαριάσει, δεν τα ’χετε δει,
ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται
τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω
το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:
«Ειρήνη!»
Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ό,τι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος· κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. Β΄. Μ' ένα χαρακτικό της Βάσως Κατράκη, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1981, σ. 263]
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο: Δυὸ ἄνθρωποι 
μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου) 

Νικηφόρος Βρεττάκος
Ποιήματα Νικηφόρου Βρεττάκου - ο ποιητής της Ειρήνης

Ποιήματα Νικηφόρος Βρεττάκος

Ποιήματα Νικηφόρου Βρεττάκου

Νικηφόρος Βρεττάκος. Ο Υμνητής του Ήλιου και της Αγάπης Από Palmografos.com: Palmografos.com - Νικηφόρος Βρεττάκος. Ο Υμνητής του Ήλιου και της Αγάπης - Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

Ο μικρός αγωνιστής Βρεττάκος

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Ταξίδι Φυγής

Πρόκειται για ένα διαδικτυακό παιχνίδι με δωρεάν πρόσβαση, ένα παιχνίδι-ριάλιτι, το οποίο μεταφέρει τον παίκτη σ’ ένα ταξίδι φυγής: από τη στιγμή της δίωξης μέχρι την αναζήτηση ασύλου και ασφάλειας. Απευθύνεται κυρίως σε νεαρά άτομα (από 13-18 χρονών) και στόχος του είναι να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει σε θέματα που αφορούν τους πρόσφυγες και το άσυλο, καθώς και ευρύτερα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανοχής και πολυπολιτισμικότητας.
Το παιχνίδι χωρίζεται σε τρία βασικά μέρη – το ίδιο το παιχνίδι, ένα δίκτυο δεδομένων και έναν οδηγό για εκπαιδευτικούς. 

Πληροφορίες για το παιχνίδι εδώ.

Το ταξίδι σου δίνει την ευκαιρία να βιώσεις τι σημαίνει να είσαι πρόσφυγας.

Παίξε το παιχνίδι εδώ: Ταξίδι Φυγής

Διεθνείς Οργανισμοί

Το άτομο και η Διεθνής Κοινότητα














Η ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων του πλανήτη μας καθώς και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε απειλούνται από σοβαρά παγκόσμια προβλήματα, όπως πολέμους, αρρώστιες, φτώχεια, ρύπανση κ. ά. Για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προβλημάτων, απαιτείται η διαρκής συνεργασία των κρατών.
Τα κράτη μέλη των Διεθνών Οργανισμών έχουν κοινούς σκοπούς και μόνιμη συνεργασία σε θέματα κοινωνικά, πολιτικά, ανθρωπιστικά και μορφωτικά. Έτσι, προσπαθούν να διασφαλίσουν την ειρήνη, να βοηθήσουν τους φτωχούς και αδύναμους λαούς και να λάβουν μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Παράλληλα, ευαισθητοποιημένοι πολίτες συμμετέχουν σε Διεθνείς Οργανώσεις που αγωνίζονται προσφέροντας βοήθεια σε όσους έχουν ανάγκη (σε παιδιά, σε φτωχούς, σε άστεγους, σε θύματα πολέμου κ.ά.).


Διεθνείς Οργανισμοί



Όλο και περισσότερα κράτη γίνονται μέλη Διεθνών Οργανισμών και όλο και περισσότεροι άνθρωποι συμμετέχουν σε Διεθνείς Οργανώσεις με στόχο να διαφυλάξουν την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια, την υγεία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εργάζονται όλοι μαζί ειρηνικά για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής στον πλανήτη μας και να προστατεύσουν τους λαούς της γης.

Unesco

Unesco Hellas
Όμιλος Unesco για τον Πολιτισμό της Ειρήνης

Η UNESCO είναι η Διεθνής Οργάνωση Επιστημών και Πολιτισμού του ΟΗΕ. Φροντίζει μέσω της συνεργασίας των κρατών σε θέματα παιδείας, επιστήμης και πολιτισμού, να συμβάλει στη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας στον κόσμο και να προασπίσει το σεβασμό στο δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς διακρίσεις ως προς τη φυλή, τη γλώσσα, το θρήσκευμα ή το φύλο. Στην UNESCO, που έχει την έδρα της στο Παρίσι, συμμετέχουν 192 κράτη.Πρόεδρος της 34ης Γενικής Διάσκεψης της UNESCO, κατόπιν ομόφωνης πρότασης του 58μελούς Εκτελεστικού Συμβουλίου, για τη διετία 2007-2009, εξελέγη ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην UNESCO Πρέσβης Γ. Ν. Αναστασόπουλος.


Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για πρόσφυγες

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Υ.Α.) παρέχει προστασία και βοήθεια στους πρόσφυγες του κόσμου. Με έδρα τη Γενεύη της Ελβετίας,ο οργανισμός δημιουργήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και άρχισε να λειτουργεί το 1951, βοηθώντας αρχικά περισσότερους από ένα εκατομμύριο Ευρωπαίους πρόσφυγες που προκάλεσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Unicef



H UNICEF είναι μια διεθνής οργάνωση που ιδρύθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1946 για να βοηθήσει τα παιδιά της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Κίνας μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα αγωνίζεται να βοηθήσει όλα τα παιδιά του κόσμου που στερούνται τα βασικά δικαιώματα για τροφή, ασφάλεια, κατοικία, υγεία και εκπαίδευση!Ο Αντώνης Σαμαράκης ήταν ο πρώτος Έλληνας Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF.


                                          Unicef "World Upside Down"


Ανώνης Σαμαράκης - Πρώτος Έλληνας Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF

Actionaid.gr

H Action Aid είναι μια διεθνής οργάνωση που αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο χωρίς φτώχεια! Χάρη στη δράση της Action Aid, εκατομμύρια παιδιά και ενήλικες έχουν αρχίσει να αλλάζουν τη ζωή τους αποκτώντας νερό, τροφή, ασφάλεια, εκπαίδευση και υγεία.


Ερυθρός Σταυρός


Ο Ερυθρός Σταυρός (Διεθνές Κίνημα Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου) με έδρα τη Γενεύη, ιδρύθηκε το 1864 με πρωτοβουλία του Ερρίκου Ντυνάν. Σκοπός της οργάνωσης αυτής είναι η υγειονομική και κοινωνική περίθαλψη των λαών. Μεγάλη είναι η συμβολή της και στην προστασία των φυλακισμένων και εξορισμένων για πολιτικούς λόγους. Επίσης προσφέρει βοήθεια σε λαούς μετά από θεομηνίες που τους έπληξαν. Εκτός από τη διεθνή οργάνωση της Γενεύης, ιδρύθηκαν και λειτουργούν σε πολλά κράτη και τοπικές οργανώσεις, όπως ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (1887).


WWF


Η WWF είναι μια διεθνής περιβαλλοντική οργάνωση που αγωνίζεται για την προστασία της φύσης σε περισσότερες από 100 χώρες.


πηγή: Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή ΣΤ' Δημοτικού


Γιατροί του Κόσμου

Ο πόλεμος και η ειρήνη στη λογοτεχνία



Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα του συγγραφέα John Boyne σε μετάφραση της Αριάδνης Μοσχονά από τον  Εκδοτικό Οίκο ΚΕΔΡΟΣ (Παιδικό, Εφηβικό)

Δείτε εδώ βιλβιοκριτική.













JohnSteinbeck crop.JPG“Όλοι οι πόλεμοι είναι σύμπτωμα… της αποτυχίας του ανθρώπου… ως σκεπτόμενο ζώο.”

“All war is a symptom… of man's failure… as a thinking animal.”

- ‘John Steinbeck’














Η Ζωή εν Τάφω  - Μυριβήλης Στράτης


Τα ζα απόσπασμα - Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας γ΄ γυμνασίου

Στο παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο Η ζωή εν τάφω (1931) του Στράτη Μυριβήλη περιγράφεται η αγριότητα του πολέμου σε μια σκηνή στην οποία εξοντώνονται ανυπεράσπιστα «επιστρατευμένα» γαϊδούρια. Τα αντιπολεμικά αισθήματα του συγγραφέα εκφράζονται με την ωμή περιγραφή της εξόντωσης των αθώων ζώων, η οποία δείχνει την παράλογη βία του πολέμου.

 Κι έχουμε πόλεμο!
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ (Το τρίτο στεφάνι)

 Το κείμενο είναι απόσπασμα από το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι (1962). Μεταφέρει την εμπειρία της έκρηξης του πολέμου του 1940 από την πλευρά μιας αθηναϊκής οικογένειας. Η Νίνα, μία από τις δύο κεντρικές «φωνές» του μυθιστορήματος, αφηγείται τις πρώτες αντιδράσεις προσώπων του στενού οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος με αμεσότητα, συγκίνηση και χιούμορ, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοζώντανη εικόνα της ιστορικής στιγμής.



Απόσπασμα από την τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος "Τρίτο Στεφάνι' του Κ Ταχτσή.
Επεξεργασμένο video για την Γ Γυμ/σίου.


Ο αιώνας των Λαβυρίνθων       Απόσπασμα από το βιβλίο της κ. Ρέας Γαλανάκη, Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 231, με θέμα τις μνήμες από τον ξεριζωμό του 1922, προσφύγων που βρήκαν τότε καταφύγιο στην πόλη του Ηρακλείου. Σχεδόν 100 χρόνια μετά ο πόλεμος, ο ξεριζωμός, η προσφυγιά δεν έχουν εγκαταλείψει τον πλανήτη μας και οι συνέπειές του αγγίζουν συχνά δραματικά και τη χώρα μας αλλά και γειτονικές χώρες. 
 Η κόρη προσπάθησε να ξαναπιάσει την ιστορία της για να βγει από την αμηχανία. Θυμόταν, είπε, καλά τη μέρα που πρωτοπάτησαν το πόδι στο λιμάνι του Ηρακλείου με το πρώτο πλοίο των προσφύγων, τον Σεπτέμβριο του είκοσι δύο. Κανείς δεν πρόσεξε αν έλιαζε ή αν έβρεχε, δεν πρόσεξε καν τον μεγάλο Κούλε* στην άκρη του βραχίονα, όλοι τους στο πλοίο έκλαιγαν, και διότι καταστράφηκαν και διότι είχανε σωθεί. Μετά στριμώχτηκαν χειρότερα κι από τις σαρδέλες στο ανώγειο του στρατώνα, στο κέντρο της πόλης, κοντά στα Λιοντάρια, που το ισόγειό του έγινε προσφυγικό νοσοκομείο. Απέναντί τους έπαιζε ένα θέατρο, πολλοί κάτοικοι της πόλης πήγαιναν εκεί καλοντυμένοι, παιδάκι εκείνη χάζευε απ΄έξω τις φωτογραφίες και τα ωραία ρούχα των περαστικών. Οι κάτοικοι της πόλης τους βοήθησαν. Οι περισσότεροι. Θυμόταν ότι δέκα φούρνοι κάνανε ψωμί για τους δώδεκα χιλιάδες πρόσφυγες-τόσοι μαζευτήκαν μέσα σε δύο χρόνια στο Ηράκλειο. Μα και το φόβο των κατοίκων για τις μεταδοτικές ασθένειες, τα υποχρεωτικά εμβόλια. Τριγύριζε στους δρόμους με τον αδελφό της, έτσι κάνανε όλα τα προσφυγάκια αν δεν τα παίρνανε μαζί στο μεροκάματο οι γονείς τους, ή αν δεν δουλεύανε, τα πιο μεγάλα. Θυμόταν έντονα όταν πρωτοκατεβήκαν στο λιμάνι και αντίκρισαν τον Κούλε να αρμενίζει στη μέση του νερού έχοντας κεντημένα πέτρινα λιοντάρια πάνω του. Κατέβηκαν και μερικές φορές σαν έφευγαν οι Τουρκοκρητικοί, που τους στέλναν καραβιές καραβιές όλους στην Τουρκία, μιαν άγνωστη στους πιο πολλούς χώρα, ούτε λέξη τουρκική δεν ήξεραν μερικοί απ΄αυτούς. Οι περισσότεροί τους ήσαν Κρήτες χριστιανοί, οι πρόγονοί τους είχαν κάποτε αλλαξοπιστήσει, γέννημα θρέμμα της μεγαλονήσου, δεν τους έκανε καρδιά να φύγουν, όλο τέτοια λόγια άκουγαν τα προσφυγάκια που έτρεχαν να δουν την υποχρεωτική αναχώρηση των Τούρκων από τους ντόπιους, τους λίγους που κατέβαιναν επίσης στο λιμάνι να αποχαιρετήσουνε τους μουσουλμάνους φίλους τους. Αυτοί οι ντόπιοι κουβεντιάζαν αναμεταξύ τους, άκουγαν τα πιαιδιά ότι οι πιο ευκατάστατοι μουσουλμάνοι είχανε φύγει μετά τη σφαγή του ενενήντα οκτώ, τότε μπορούσε όποιος ήθελε να αναχωρήσει πουλώντας σε καλή τιμή κτήματα και αστική περιουσία, έτσι έφυγαν πολλοί, οι πιο τυχεροί. 
        Η Παρασκευή θυμόταν που καμιά φορά την έπιανε συμπόνια, θύμωνε κατόπιν κι έλεγε ότι καθόλου δεν έπρεπε να λυπάται τους γέρους και τα γυναικόπαιδα που μπαίνανε άρον άρον μέσα στο πλοίο " Κιρζαδέ" θρηνώντας, ούτε τον αρχηγό κάθε φαμίλιας που παρέδιδε στον χωροφύλακα του λιμανιού το κλειδί του σπιτιού του τυλιγμένο σε ένα χαρτί με τη διεύθυνσή του, αφού τα τούρκικα σπίτια θα τα παίρνανε με κλήρο αυτοί, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που ζούσαν στριμωγμένοι στο στρατώνα. Δεν ήθελε να τους λυπάται, αλλά δεν έφευγε κι απ΄το μυαλό της κάτι που τους είπε η μάνα τους μια νύχτα, είχαν ξαπλώσει οι τρεις τους στρωματσάδα στον στρατώνα, ότι η προσφυγιά είναι κακή για όλους, Ρωμιούς και Τούρκους, κι ότι ο πόλεμος βλάπτει πάντα τους αθώους πιο πολύ, αλλά να μην σκέφτονται τα βάσανα του κόσμου γιατί δεν θα ΄ρχότανε ποτέ ο ύπνος να τους πάρει βόλτα στα ωραία του περιβόλια. Την ημέρα όμως η Παρασκευή έστηνε το αυτάκι, μάθαινε κι όλο μάθαινε, κάποτε ένας ψαράς που έραβε τα δίχτυα του στο παλιό λιμάνι άνοιξε κουβέντα με έναν γέροντα που είχε το καρότσι του γεμάτο φρέσκα ρεβίθια δεμένα σε ματσάκια και τα πούλαγε στους δρόμους. Ο ψαράς ζήλεψε τη δροσιά τους, αγόρασε ένα μάτσο, αγόρασε ένα και για την Παρασκευή με τον αδερφό της. Τα παιδιά κάθισαν και μασουλάγανε κοντά στα απλωμένα δίχτυα, οι δυό μεγάλοι είπαν ότι οι Τουρκοκρητικοί  θα παίρναν τα ρωμαίικα πλουσιόσπιτα της Σμύρνης, θα παίρνανε τα καρπερά χωράφια τους στα μικρασιατικά εδάφη, μα πάνω απ΄ όλα φεύγαν δίχως να χουν το μαχαίρι στον λαιμό, χωρίς να χύνεται το αίμα τους, φεύγανε με χαρτιά, με τάξη, με την προστασία της Μικτής Επιτροπής για την ανταλλαγή των εθνοτήτων, παίρνοντας και ό,τι μπορούσανε να κουβαλήσουνε μαζί τους. Μπορεί να ήταν αθώοι, είπαν, αλά αυτοί δεν τους λυπόντουσαν. Έπειτα έμειναν αμίλητοι κοιτώντας τη γαλήνη του πελάγους. Και να τους συμπονούσαν, δεν  θα φανέρωναν ποτέ τα αισθήματά τους, στα πέριξ είχαν ξεμυτίσει κάτι πασίγνωστοι χριστιανοί νταήδες, υπήρχαν φήμες για βιαιοπραγίες όχι μόνον εναντίον μουσουλμάνων, και των λιγοστών πια φίλων τους στην Κρήτη, το δίκιο και τ΄άδικο δύσκολα μπαίνανε στη ζυγαριά τέτοιες ημέρες.
Στη μάνα της Παρασκευής δεν κληρώθηκε ούτε καλό ούτε κακό τουρκόσπιτο μέσα στο Ηράκλειο. Επειδή δεν είχε ούτε τη δύναμη αντρικών χεριών κοντά της, δεν τη στείλανε με το ζόρι όπως άλλους πρόσφυγες σε μακρινά χωριά του νομού, να σκάβει και να γεωργεί τα πρώην τούρκικα χωράφια, δηλαδή το τίποτε που είχαν αφήσει για τους πρόσφυγες μετά την καταπάτησή τους οι γειτόνοι. Αργότερα μπήκανε και οι τρεις τους σε τούτο το χαμόσπιτο, ο αδερφός της είχε μάθει τυπογράφος, κοντά του πρόλαβε να μάθει κι αυτή λίγο. Τα μάτια της κάναν κύκλο αργό, δίσταζε. "Το σπίτι έχει πια καλό στοιχειό τη μάνα μας" ψιθύρισε στο τέλος. "Το έχω καταλάβει", αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο ο Σήφης. Η Παρασκευή θάρρεψε και του χαμογέλασε, είχε να κάνει με καρδιά σαν τη δική της.


Παραθέτουμε ένα από τα τελευταία σημειώματα του ΑντώνηΣαμαράκη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της UNICEF και παραμένει επίκαιρο:

Ποτέ πια πόλεμος!
"Τις τελευταίες νύχτες
δεν βλέπω όνειρα,
φοβάμαι πια να ονειρεύομαι"
είπε το οχτάχρονο παιδί
από το Κόσοβο.

Το παιδί ξαναζούσε στα όνειρά του τον εφιάλτη του παράλογου πολέμου. Εμείς, πώς τολμάμε να ονειρευόμαστε;

"Πόλεμος εναντίον του πολέμου". Άπειρες φορές έχει γραφτεί και ακουστεί αυτό το σύνθημα-σλόγκαν. Και όμως, ο πόλεμος ζει και βασιλεύει και τα πάντα σακατεύει: ανθρώπινες ζωές, δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, πολιτιστική κληρονομιά, το περιβάλλον.

Εις τους αιώνας των αιώνων πόλεμος. Διαψεύστηκαν τραγικά οι ελπίδες που είχαμε ότι πόλεμος δεν θα ξαναγίνει ποτέ πια.

"Πόλεμος πάντων πατήρ" είπε ο Ηράκλειτος. Ένας πατέρας που καταβροχθίζει τα παιδιά του. Το συνηθίσαμε πια, εδώ είναι ο μέγας κίνδυνος. Ενώ πόλεμοι και εμφύλιοι σπαραγμοί μαίνονται γύρω μας, τους θεωρούμε κάτι φυσικό και αναπότρεπτο.

Πρώτη προτεραιότητα στη λίστα των θυμάτων των πολέμων έχουν τα παιδιά. Τα βλέπουμε στην τηλεόραση, χάρη σ'αυτήν έχουν μπει στα σπίτια μας - στην ψυχή μας όμως έχουν άραγε μπει;

Παιδιά που τους δίνουν όπλα μεγαλύτερα από το μπόι τους και τα στέλνουν να κλαδέψουν τη ζωή άλλου ανθρώπου και να πεθάνουν και τα ίδια. Παιδιά που τα ποτίζουν μίσος για τον πλησίον. Αλλά το παιδί σκέφτεται την ειρήνη, την ονειρεύεται, τη ζωγραφίζει, την τραγουδά.

Τα παιδιά-θύματα να μην τα μετράμε με νούμερα, φτάνει και μόνο ένα παιδί να χαθεί έτσι, τότε ο κόσμος μας ο δήθεν πολιτισμένος, ο δήθεν χριστιανικός, έχει χρεωκοπήσει. 

Αυτό που πεθαίνει είναι η ψυχή του παιδιού.



Ζητείται ελπίς του Αντώνη Σαμαράκη

Το διήγημα ανήκει στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων, που εκδόθηκε το 1954 και έκτοτε γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό. Στο διήγημα αυτό, όπως και σε όλο το έργο του Σαμαράκη, διακρίνουμε το λιτό ύφος και τη γοργή αφήγηση, το συνδυασμό κοινωνικού προβληματισμού και ψυχολογικής παρατήρησης μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιδεολογικής κρίσης και υπαρξιακού άγχους, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική εποχή.



Το ποτάμι του Αντώνη Σαμαράκη

        

Ένας στρατιώτης παρακούει τις εντολές της Μεραρχίας και περνά το ποτάμι, το όριο που τους έχουν θέσει και που αποτελεί τον απαγορευμένο καρπό για τους στρατιώτες, και έρχεται αντιμέτωπος με έναν άλλο άντρα. Είναι εχθρός; Και αν ναι, τι τους χωρίζει πραγματικά; Η ιστορία παραβάλει το αντιπολεμικό μήνυμα που ήθελε να εκφράσει ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης.

Απο τη Συλλογη διηγημάτων Ζητείται ελπίς (1954).
Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
— Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)
Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν είχε ακόμα φέξει...

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Τα λουλούδια της Χιροσίμα της ΕΝΤΙΤΑ ΜΟΡΡΙΣ (1902-1988)

Σουηδή μυθιστοριογράφος, σύζυγος του Αμερικανού ειρηνιστή συγγραφέα Ίρα Μόρρις. Το μυθιστόρημά της Τα λουλούδια της Χιροσίμα (1965) αναφέρεται στο δράμα αυτών που επέζησαν ως φορείς των καταστροφικών συνεπειών της ραδιενέργειας. Μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες και ευαισθητοποίησε χιλιάδες αναγνώστες για τη φρικαλεότητα του ατομικού πολέμου. Αποδόθηκε στα ελληνικά από τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, μεγάλο μέρος της ποίησης του οποίου εκφράζει αντίστοιχο κοινωνικό προβληματισμό για τον ανθρωπισμό και την ειρήνη.



 Η υπόθεση του μυθιστορήματος Τα λουλούδια της Χιροσίμα εκτυλίσσεται 15 χρόνια μετά την 6η Αυγούστου 1945, ημέρα της ατομικής έκρηξης στη Χιροσίμα. O Σαμ, ένας νεαρός Αμερικανός, μπαίνει οικότροφος σε ένα σπίτι Γιαπωνέζων. Η νεαρή οικοδέσποινά του Γιούκα προσπαθεί να του κρύψει τα φρικτά της εγκαύματα, το σωματικό και ψυχικό μαρτύριο της οικογένειάς της που υποφέρει από τις συνέπειες της ραδιενέργειας. O Σαμ, μέσα από τη συναναστροφή του με τη Γιούκα, ανακαλύπτει σταδιακά το οικογενειακό τους δράμα, νιώθει αλληλέγγυος με τα θύματα και συμμερίζεται τις αξίες και το στόχο της ζωής της: να συντηρεί τη μνήμη του ολοκαυτώματος και να αγωνίζεται για την ειρήνη, ενάντια στην ανθρώπινη βαρβαρότητα. Η ιστορία που η Γιούκα εξιστορεί στο Σαμ είναι πραγματική. 


\

Η ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα δείτε κι εδώ



Η "Ιστορία ενός αιχμαλώτου" (1929) του Στρατή Δούκα, πρέπει να καταταχτεί στην πολεμική πεζογραφία. Το βιβλίο τούτο είναι ένα σύντομο πεζογράφημα που μας αφηγείται σε ύφος πυκνό, περιεκτικό, απλό και απέριττο την ιστορία ενός αιχμαλώτου της μικρασιατικής καταστροφής και κυρίως τις περιπέτειες της διαφυγής του. Ο αστόλιστος και πυκνός τρόπος της έκφρασης και του ύφους θυμίζει κάπως Μακρυγιάννη. Ο γοργός και παραστατικός διάλογος, το ίδιο. Τα τρομακτικά περιστατικά, τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες, που πέρασε ο αιχμάλωτος αυτός και οι συνάδελφοί του, εξιστορούνται ξερά και απλά... (Απόστ. Σαχίνη "Η σύγχρονη πεζογραφία μας).

Η "Ιστορία ενός αιχμαλώτου", το αφήγημα που καθιέρωσε αμέσως τον συγγραφέα του ως λογοτέχνη, γράφει ο Δ. Τζιόβας στο ΒΗΜΑ είναι μία από τις συντομότερες και πιο δραστικές διηγήσεις της περιπέτειας όσων δεν μπόρεσαν να διαφύγουν έγκαιρα από τη Μικρασιατική ακτή το 1922.


Αντιπολεμική Λογοτεχνία


λογοτεχνικά κείμενα που διακρίνονται για την αντιπολεμική τους διάθεση:

Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω: «Τα ζα», «Η μυστική παπαρούνα ~ Ζάβαλη μάικω»
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, «Τίποτα το νεώτερο από το δυτικό μέτωπο» (αποσπάσματα)
Γκυγιώμ Απολλιναίρ, «Το λαβωμένο περιστέρι και το συντριβάνι»
Πωλ Ελυάρ, «Από τα εφτά ποιήματα της αγάπης στον πόλεμο»
Ηλίας Βενέζης, «Το νούμερο 31328 (Κεφάλαιο ΙΖ)»
Κώστας Βάρναλης, «Παλιολαός», «Η µπαλάντα του κυρ Μέντιου» (απόσπασμα)
Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Ο Μιχαλιός»
Νίκολαους Λενάου, «Οι τρεις»
Γιάννης Μπεράτης, «Το πλατύ ποτάμι (απόσπασμα)»
Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο», «Διεθνής Παιδούπολη Πεσταλότσι»
Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V», «Πόλεμος»
Αντρέ Μπρετόν, «Πόλεμος»
Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Γερμανικό τραγούδι», «Στους Γερμανούς στρατιώτες του Ανατολικού Μετώπου (απόσπασμα)», «Μην τους ρίχνεις όλους στη μάχη στρατηγέ!»
Σίντνεϊ Κις, «Ποιητής πολέμου»
Γιάννης Μαγκλής, «Γιατί;»
Αντώνης Σαμαράκης, «Το ποτάμι»
Δημήτρης Χατζής, «Ανυπεράσπιστοι»
Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ, «Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί», «Το ρολόι της κουζίνας»
Πέτρος Αμπατζόγλου, «Από θέσεως ισχύος»
Γιάννης Ρίτσος, «Γράμματα για το μέτωπο» (απόσπασμα), «Γράμματα απ' το μέτωπο» (απόσπασμα), «Ειρήνη»
Τάσος Λειβαδίτης, «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

Πόλεμος και Ειρήνη Υλικό στο Φωτόδεντρο

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

2ος Πανελλήνιος Μαθητικός Διαγωνισμός Σκιτσοφρένεια 2016

Θέμα του φετινού Διαγωνισμού είναι:  “ΝΕΡΟ, ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ – ΑΙΤΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ” 

Δείτε εδώ πληροφορίες για τον διαγωνισμό.

Ο πόλεμος και η ειρήνη στην Έβδομη Τέχνη

           Στην ιστορία του ελληνικού και παγκόσμιου κινηματογράφου δεν είναι λίγες οι φορές που παραγωγοί και σκηνοθέτες έχουν καταπιαστεί με ταινίες που πραγματεύονται σημαντικά ιστορικά γεγονότα και έχουν προσπαθήσει να αποτυπώσουν το θέμα του πολέμου στη μεγάλη οθόνη.


εΤο αγόρι με τις ριγέ πιτζάμες - The boy in the striped pyjamas άλλαξε το αληθινό πρόσωπο του φασισμού μέσα από τα μάτια ενός παιδιού.
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του Β” Παγκοσμίου πολέμου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Πρωταγωνιστής είναι ο Μπρούνο, ο οκτάχρονος γιος του Διοικητή του στρατοπέδου.
Μέσα από τα αθώα μάτια του Μπρούνο παρακολουθούμε τη ζωή στο στρατόπεδο και την εξέλιξη μιας απαγορευμένης φιλίας που ανθεί ανάμεσα σε αυτόν και τον Σμούελ, ένα αιχμάλωτο Εβραιόπουλο. Τους δύο φίλους χωρίζει ένα συρματόπλεγμα το οποίο βάζει τα όρια στους 2 κόσμους. 

Μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα και τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στον παραλογισμό του πολέμου, βασισμένη στο βιβλίο του Τζον Μπόιν.





Τρωάδες ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη

















The Pianist.jpg

 

 
Ο Πιανίστας είναι μια ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι, παραγωγής 2002, με πρωταγωνιστή τον Έντριαν Μπρόντυ. Αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης αυτοβιογραφίας του Εβραίου Πολωνού μουσικού, Βλαντισλάβ Σπίλμαν (Wladyslaw Szpilman, 1911 – 2000 ).


Ουρανός, σκηνοθεσία: Τάκης Κανελλόπουλος, 1962
Μία από τις καλύτερες αντιπολεμικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Το σενάριο βασίζεται σε αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο και παρακολουθεί την ιστορία μιας ομάδας Ελλήνων στρατιωτών από τις παραμονές της κήρυξης του πολέμου μέχρι και την επιστροφή τους από το μέτωπο μετά τη λήξη του. Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.
Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο (All Quiet on the Western Front), σκηνοθεσία: Lewis Milestone, 1930
Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και αναφέρεται στην ιστορία μιας ομάδας Γερμανών μαθητών που το 1914 αποφασίζουν, ύστερα από την παρότρυνση του καθηγητή τους, να συμμετάσχουν στον πόλεμο (ξαναγυρίστηκε το 1979 από τον Delbert Mann). Δείτε το trailer της ταινίας.
Καλημέρα, Βιετνάμ (Good Morning, Vietnam), σκηνοθεσία: Barry Levinson, 1987
Στη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ (1955-1975), ο Άντριαν Κρονάουερ φθάνει στη Σαϊγκόν από την Κρήτη για να εργαστεί ως μουσικός παραγωγός στον ραδιοφωνικό σταθμό των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι μουσικές επιλογές του και η επαφή του με τους ντόπιους κατοίκους τον οδηγούν σύντομα σε ρήξη με τους ανωτέρους του. Η σκηνή κατά την οποία ακούγεται το τραγούδι What a Wonderful World με τη φωνή του θρυλικού Louis Armstrong αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές αντιπολεμικές σκηνές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Δείτε το trailer της ταινίας.
schindler's list posterΗ λίστα του Σίντλερ (Schindler’s List), σκηνοθεσία: Steven Spielberg, 1993
Η ιστορία ενός Γερμανού επιχειρηματία που έσωσε τις ζωές χιλίων Πολωνών Εβραίων στο Ολοκαύτωμα προσλαμβάνοντάς τους στα εργοστάσιά του. Δείτε το trailer της ταινίας.



joyeux noel poster

Καλά Χριστούγεννα 
(Joyeux Noël), σκηνοθεσία: Christian Carion, 2005
Η ταινία εξελίσσεται στη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και αφηγείται την αληθινή ιστορία της συνάντησης των γερμανικών, γαλλικών και βρετανικών στρατευμάτων στα γαλλοελβετικά σύνορα και της άτυπης ανακωχής μιας ημέρας που επιβάλλουν οι στρατιώτες με αφορμή τη γιορτή των Χριστουγέννων. Δείτε το trailer της ταινίας.
                                                                                                                                                    πηγή