Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Ο πόλεμος και η ειρήνη στη λογοτεχνία



Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα του συγγραφέα John Boyne σε μετάφραση της Αριάδνης Μοσχονά από τον  Εκδοτικό Οίκο ΚΕΔΡΟΣ (Παιδικό, Εφηβικό)

Δείτε εδώ βιλβιοκριτική.













JohnSteinbeck crop.JPG“Όλοι οι πόλεμοι είναι σύμπτωμα… της αποτυχίας του ανθρώπου… ως σκεπτόμενο ζώο.”

“All war is a symptom… of man's failure… as a thinking animal.”

- ‘John Steinbeck’














Η Ζωή εν Τάφω  - Μυριβήλης Στράτης


Τα ζα απόσπασμα - Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας γ΄ γυμνασίου

Στο παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο Η ζωή εν τάφω (1931) του Στράτη Μυριβήλη περιγράφεται η αγριότητα του πολέμου σε μια σκηνή στην οποία εξοντώνονται ανυπεράσπιστα «επιστρατευμένα» γαϊδούρια. Τα αντιπολεμικά αισθήματα του συγγραφέα εκφράζονται με την ωμή περιγραφή της εξόντωσης των αθώων ζώων, η οποία δείχνει την παράλογη βία του πολέμου.

 Κι έχουμε πόλεμο!
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ (Το τρίτο στεφάνι)

 Το κείμενο είναι απόσπασμα από το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι (1962). Μεταφέρει την εμπειρία της έκρηξης του πολέμου του 1940 από την πλευρά μιας αθηναϊκής οικογένειας. Η Νίνα, μία από τις δύο κεντρικές «φωνές» του μυθιστορήματος, αφηγείται τις πρώτες αντιδράσεις προσώπων του στενού οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος με αμεσότητα, συγκίνηση και χιούμορ, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοζώντανη εικόνα της ιστορικής στιγμής.



Απόσπασμα από την τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος "Τρίτο Στεφάνι' του Κ Ταχτσή.
Επεξεργασμένο video για την Γ Γυμ/σίου.


Ο αιώνας των Λαβυρίνθων       Απόσπασμα από το βιβλίο της κ. Ρέας ΓαλανάκηΟ Αιώνας των Λαβυρίνθων, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 231, με θέμα τις μνήμες από τον ξεριζωμό του 1922, προσφύγων που βρήκαν τότε καταφύγιο στην πόλη του Ηρακλείου. Σχεδόν 100 χρόνια μετά ο πόλεμος, ο ξεριζωμός, η προσφυγιά δεν έχουν εγκαταλείψει τον πλανήτη μας και οι συνέπειές του αγγίζουν συχνά δραματικά και τη χώρα μας αλλά και γειτονικές χώρες. 
 Η κόρη προσπάθησε να ξαναπιάσει την ιστορία της για να βγει από την αμηχανία. Θυμόταν, είπε, καλά τη μέρα που πρωτοπάτησαν το πόδι στο λιμάνι του Ηρακλείου με το πρώτο πλοίο των προσφύγων, τον Σεπτέμβριο του είκοσι δύο. Κανείς δεν πρόσεξε αν έλιαζε ή αν έβρεχε, δεν πρόσεξε καν τον μεγάλο Κούλε* στην άκρη του βραχίονα, όλοι τους στο πλοίο έκλαιγαν, και διότι καταστράφηκαν και διότι είχανε σωθεί. Μετά στριμώχτηκαν χειρότερα κι από τις σαρδέλες στο ανώγειο του στρατώνα, στο κέντρο της πόλης, κοντά στα Λιοντάρια, που το ισόγειό του έγινε προσφυγικό νοσοκομείο. Απέναντί τους έπαιζε ένα θέατρο, πολλοί κάτοικοι της πόλης πήγαιναν εκεί καλοντυμένοι, παιδάκι εκείνη χάζευε απ΄έξω τις φωτογραφίες και τα ωραία ρούχα των περαστικών. Οι κάτοικοι της πόλης τους βοήθησαν. Οι περισσότεροι. Θυμόταν ότι δέκα φούρνοι κάνανε ψωμί για τους δώδεκα χιλιάδες πρόσφυγες-τόσοι μαζευτήκαν μέσα σε δύο χρόνια στο Ηράκλειο. Μα και το φόβο των κατοίκων για τις μεταδοτικές ασθένειες, τα υποχρεωτικά εμβόλια. Τριγύριζε στους δρόμους με τον αδελφό της, έτσι κάνανε όλα τα προσφυγάκια αν δεν τα παίρνανε μαζί στο μεροκάματο οι γονείς τους, ή αν δεν δουλεύανε, τα πιο μεγάλα. Θυμόταν έντονα όταν πρωτοκατεβήκαν στο λιμάνι και αντίκρισαν τον Κούλε να αρμενίζει στη μέση του νερού έχοντας κεντημένα πέτρινα λιοντάρια πάνω του. Κατέβηκαν και μερικές φορές σαν έφευγαν οι Τουρκοκρητικοί, που τους στέλναν καραβιές καραβιές όλους στην Τουρκία, μιαν άγνωστη στους πιο πολλούς χώρα, ούτε λέξη τουρκική δεν ήξεραν μερικοί απ΄αυτούς. Οι περισσότεροί τους ήσαν Κρήτες χριστιανοί, οι πρόγονοί τους είχαν κάποτε αλλαξοπιστήσει, γέννημα θρέμμα της μεγαλονήσου, δεν τους έκανε καρδιά να φύγουν, όλο τέτοια λόγια άκουγαν τα προσφυγάκια που έτρεχαν να δουν την υποχρεωτική αναχώρηση των Τούρκων από τους ντόπιους, τους λίγους που κατέβαιναν επίσης στο λιμάνι να αποχαιρετήσουνε τους μουσουλμάνους φίλους τους. Αυτοί οι ντόπιοι κουβεντιάζαν αναμεταξύ τους, άκουγαν τα πιαιδιά ότι οι πιο ευκατάστατοι μουσουλμάνοι είχανε φύγει μετά τη σφαγή του ενενήντα οκτώ, τότε μπορούσε όποιος ήθελε να αναχωρήσει πουλώντας σε καλή τιμή κτήματα και αστική περιουσία, έτσι έφυγαν πολλοί, οι πιο τυχεροί. 
        Η Παρασκευή θυμόταν που καμιά φορά την έπιανε συμπόνια, θύμωνε κατόπιν κι έλεγε ότι καθόλου δεν έπρεπε να λυπάται τους γέρους και τα γυναικόπαιδα που μπαίνανε άρον άρον μέσα στο πλοίο " Κιρζαδέ" θρηνώντας, ούτε τον αρχηγό κάθε φαμίλιας που παρέδιδε στον χωροφύλακα του λιμανιού το κλειδί του σπιτιού του τυλιγμένο σε ένα χαρτί με τη διεύθυνσή του, αφού τα τούρκικα σπίτια θα τα παίρνανε με κλήρο αυτοί, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που ζούσαν στριμωγμένοι στο στρατώνα. Δεν ήθελε να τους λυπάται, αλλά δεν έφευγε κι απ΄το μυαλό της κάτι που τους είπε η μάνα τους μια νύχτα, είχαν ξαπλώσει οι τρεις τους στρωματσάδα στον στρατώνα, ότι η προσφυγιά είναι κακή για όλους, Ρωμιούς και Τούρκους, κι ότι ο πόλεμος βλάπτει πάντα τους αθώους πιο πολύ, αλλά να μην σκέφτονται τα βάσανα του κόσμου γιατί δεν θα ΄ρχότανε ποτέ ο ύπνος να τους πάρει βόλτα στα ωραία του περιβόλια. Την ημέρα όμως η Παρασκευή έστηνε το αυτάκι, μάθαινε κι όλο μάθαινε, κάποτε ένας ψαράς που έραβε τα δίχτυα του στο παλιό λιμάνι άνοιξε κουβέντα με έναν γέροντα που είχε το καρότσι του γεμάτο φρέσκα ρεβίθια δεμένα σε ματσάκια και τα πούλαγε στους δρόμους. Ο ψαράς ζήλεψε τη δροσιά τους, αγόρασε ένα μάτσο, αγόρασε ένα και για την Παρασκευή με τον αδερφό της. Τα παιδιά κάθισαν και μασουλάγανε κοντά στα απλωμένα δίχτυα, οι δυό μεγάλοι είπαν ότι οι Τουρκοκρητικοί  θα παίρναν τα ρωμαίικα πλουσιόσπιτα της Σμύρνης, θα παίρνανε τα καρπερά χωράφια τους στα μικρασιατικά εδάφη, μα πάνω απ΄ όλα φεύγαν δίχως να χουν το μαχαίρι στον λαιμό, χωρίς να χύνεται το αίμα τους, φεύγανε με χαρτιά, με τάξη, με την προστασία της Μικτής Επιτροπής για την ανταλλαγή των εθνοτήτων, παίρνοντας και ό,τι μπορούσανε να κουβαλήσουνε μαζί τους. Μπορεί να ήταν αθώοι, είπαν, αλά αυτοί δεν τους λυπόντουσαν. Έπειτα έμειναν αμίλητοι κοιτώντας τη γαλήνη του πελάγους. Και να τους συμπονούσαν, δεν  θα φανέρωναν ποτέ τα αισθήματά τους, στα πέριξ είχαν ξεμυτίσει κάτι πασίγνωστοι χριστιανοί νταήδες, υπήρχαν φήμες για βιαιοπραγίες όχι μόνον εναντίον μουσουλμάνων, και των λιγοστών πια φίλων τους στην Κρήτη, το δίκιο και τ΄άδικο δύσκολα μπαίνανε στη ζυγαριά τέτοιες ημέρες.
Στη μάνα της Παρασκευής δεν κληρώθηκε ούτε καλό ούτε κακό τουρκόσπιτο μέσα στο Ηράκλειο. Επειδή δεν είχε ούτε τη δύναμη αντρικών χεριών κοντά της, δεν τη στείλανε με το ζόρι όπως άλλους πρόσφυγες σε μακρινά χωριά του νομού, να σκάβει και να γεωργεί τα πρώην τούρκικα χωράφια, δηλαδή το τίποτε που είχαν αφήσει για τους πρόσφυγες μετά την καταπάτησή τους οι γειτόνοι. Αργότερα μπήκανε και οι τρεις τους σε τούτο το χαμόσπιτο, ο αδερφός της είχε μάθει τυπογράφος, κοντά του πρόλαβε να μάθει κι αυτή λίγο. Τα μάτια της κάναν κύκλο αργό, δίσταζε. "Το σπίτι έχει πια καλό στοιχειό τη μάνα μας" ψιθύρισε στο τέλος. "Το έχω καταλάβει", αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο ο Σήφης. Η Παρασκευή θάρρεψε και του χαμογέλασε, είχε να κάνει με καρδιά σαν τη δική της.


Παραθέτουμε ένα από τα τελευταία σημειώματα του ΑντώνηΣαμαράκη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της UNICEF και παραμένει επίκαιρο:

Ποτέ πια πόλεμος!
"Τις τελευταίες νύχτες
δεν βλέπω όνειρα,
φοβάμαι πια να ονειρεύομαι"
είπε το οχτάχρονο παιδί
από το Κόσοβο.

Το παιδί ξαναζούσε στα όνειρά του τον εφιάλτη του παράλογου πολέμου. Εμείς, πώς τολμάμε να ονειρευόμαστε;

"Πόλεμος εναντίον του πολέμου". Άπειρες φορές έχει γραφτεί και ακουστεί αυτό το σύνθημα-σλόγκαν. Και όμως, ο πόλεμος ζει και βασιλεύει και τα πάντα σακατεύει: ανθρώπινες ζωές, δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, πολιτιστική κληρονομιά, το περιβάλλον.

Εις τους αιώνας των αιώνων πόλεμος. Διαψεύστηκαν τραγικά οι ελπίδες που είχαμε ότι πόλεμος δεν θα ξαναγίνει ποτέ πια.

"Πόλεμος πάντων πατήρ" είπε ο Ηράκλειτος. Ένας πατέρας που καταβροχθίζει τα παιδιά του. Το συνηθίσαμε πια, εδώ είναι ο μέγας κίνδυνος. Ενώ πόλεμοι και εμφύλιοι σπαραγμοί μαίνονται γύρω μας, τους θεωρούμε κάτι φυσικό και αναπότρεπτο.

Πρώτη προτεραιότητα στη λίστα των θυμάτων των πολέμων έχουν τα παιδιά. Τα βλέπουμε στην τηλεόραση, χάρη σ'αυτήν έχουν μπει στα σπίτια μας - στην ψυχή μας όμως έχουν άραγε μπει;

Παιδιά που τους δίνουν όπλα μεγαλύτερα από το μπόι τους και τα στέλνουν να κλαδέψουν τη ζωή άλλου ανθρώπου και να πεθάνουν και τα ίδια. Παιδιά που τα ποτίζουν μίσος για τον πλησίον. Αλλά το παιδί σκέφτεται την ειρήνη, την ονειρεύεται, τη ζωγραφίζει, την τραγουδά.

Τα παιδιά-θύματα να μην τα μετράμε με νούμερα, φτάνει και μόνο ένα παιδί να χαθεί έτσι, τότε ο κόσμος μας ο δήθεν πολιτισμένος, ο δήθεν χριστιανικός, έχει χρεωκοπήσει. 

Αυτό που πεθαίνει είναι η ψυχή του παιδιού.



Ζητείται ελπίς του Αντώνη Σαμαράκη

Το διήγημα ανήκει στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων, που εκδόθηκε το 1954 και έκτοτε γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό. Στο διήγημα αυτό, όπως και σε όλο το έργο του Σαμαράκη, διακρίνουμε το λιτό ύφος και τη γοργή αφήγηση, το συνδυασμό κοινωνικού προβληματισμού και ψυχολογικής παρατήρησης μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιδεολογικής κρίσης και υπαρξιακού άγχους, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική εποχή.



Το ποτάμι του Αντώνη Σαμαράκη

        

Ένας στρατιώτης παρακούει τις εντολές της Μεραρχίας και περνά το ποτάμι, το όριο που τους έχουν θέσει και που αποτελεί τον απαγορευμένο καρπό για τους στρατιώτες, και έρχεται αντιμέτωπος με έναν άλλο άντρα. Είναι εχθρός; Και αν ναι, τι τους χωρίζει πραγματικά; Η ιστορία παραβάλει το αντιπολεμικό μήνυμα που ήθελε να εκφράσει ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης.

Απο τη Συλλογη διηγημάτων Ζητείται ελπίς (1954).
Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
— Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)
Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν είχε ακόμα φέξει...

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Τα λουλούδια της Χιροσίμα της ΕΝΤΙΤΑ ΜΟΡΡΙΣ (1902-1988)

Σουηδή μυθιστοριογράφος, σύζυγος του Αμερικανού ειρηνιστή συγγραφέα Ίρα Μόρρις. Το μυθιστόρημά της Τα λουλούδια της Χιροσίμα (1965) αναφέρεται στο δράμα αυτών που επέζησαν ως φορείς των καταστροφικών συνεπειών της ραδιενέργειας. Μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες και ευαισθητοποίησε χιλιάδες αναγνώστες για τη φρικαλεότητα του ατομικού πολέμου. Αποδόθηκε στα ελληνικά από τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, μεγάλο μέρος της ποίησης του οποίου εκφράζει αντίστοιχο κοινωνικό προβληματισμό για τον ανθρωπισμό και την ειρήνη.



 Η υπόθεση του μυθιστορήματος Τα λουλούδια της Χιροσίμα εκτυλίσσεται 15 χρόνια μετά την 6η Αυγούστου 1945, ημέρα της ατομικής έκρηξης στη Χιροσίμα. O Σαμ, ένας νεαρός Αμερικανός, μπαίνει οικότροφος σε ένα σπίτι Γιαπωνέζων. Η νεαρή οικοδέσποινά του Γιούκα προσπαθεί να του κρύψει τα φρικτά της εγκαύματα, το σωματικό και ψυχικό μαρτύριο της οικογένειάς της που υποφέρει από τις συνέπειες της ραδιενέργειας. O Σαμ, μέσα από τη συναναστροφή του με τη Γιούκα, ανακαλύπτει σταδιακά το οικογενειακό τους δράμα, νιώθει αλληλέγγυος με τα θύματα και συμμερίζεται τις αξίες και το στόχο της ζωής της: να συντηρεί τη μνήμη του ολοκαυτώματος και να αγωνίζεται για την ειρήνη, ενάντια στην ανθρώπινη βαρβαρότητα. Η ιστορία που η Γιούκα εξιστορεί στο Σαμ είναι πραγματική. 


\

Η ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα δείτε κι εδώ



Η "Ιστορία ενός αιχμαλώτου" (1929) του Στρατή Δούκα, πρέπει να καταταχτεί στην πολεμική πεζογραφία. Το βιβλίο τούτο είναι ένα σύντομο πεζογράφημα που μας αφηγείται σε ύφος πυκνό, περιεκτικό, απλό και απέριττο την ιστορία ενός αιχμαλώτου της μικρασιατικής καταστροφής και κυρίως τις περιπέτειες της διαφυγής του. Ο αστόλιστος και πυκνός τρόπος της έκφρασης και του ύφους θυμίζει κάπως Μακρυγιάννη. Ο γοργός και παραστατικός διάλογος, το ίδιο. Τα τρομακτικά περιστατικά, τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες, που πέρασε ο αιχμάλωτος αυτός και οι συνάδελφοί του, εξιστορούνται ξερά και απλά... (Απόστ. Σαχίνη "Η σύγχρονη πεζογραφία μας).

Η "Ιστορία ενός αιχμαλώτου", το αφήγημα που καθιέρωσε αμέσως τον συγγραφέα του ως λογοτέχνη, γράφει ο Δ. Τζιόβας στο ΒΗΜΑ είναι μία από τις συντομότερες και πιο δραστικές διηγήσεις της περιπέτειας όσων δεν μπόρεσαν να διαφύγουν έγκαιρα από τη Μικρασιατική ακτή το 1922.


Αντιπολεμική Λογοτεχνία


λογοτεχνικά κείμενα που διακρίνονται για την αντιπολεμική τους διάθεση:

Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω: «Τα ζα», «Η μυστική παπαρούνα ~ Ζάβαλη μάικω»
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, «Τίποτα το νεώτερο από το δυτικό μέτωπο» (αποσπάσματα)
Γκυγιώμ Απολλιναίρ, «Το λαβωμένο περιστέρι και το συντριβάνι»
Πωλ Ελυάρ, «Από τα εφτά ποιήματα της αγάπης στον πόλεμο»
Ηλίας Βενέζης, «Το νούμερο 31328 (Κεφάλαιο ΙΖ)»
Κώστας Βάρναλης, «Παλιολαός», «Η µπαλάντα του κυρ Μέντιου» (απόσπασμα)
Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Ο Μιχαλιός»
Νίκολαους Λενάου, «Οι τρεις»
Γιάννης Μπεράτης, «Το πλατύ ποτάμι (απόσπασμα)»
Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο», «Διεθνής Παιδούπολη Πεσταλότσι»
Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V», «Πόλεμος»
Αντρέ Μπρετόν, «Πόλεμος»
Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Γερμανικό τραγούδι», «Στους Γερμανούς στρατιώτες του Ανατολικού Μετώπου (απόσπασμα)», «Μην τους ρίχνεις όλους στη μάχη στρατηγέ!»
Σίντνεϊ Κις, «Ποιητής πολέμου»
Γιάννης Μαγκλής, «Γιατί;»
Αντώνης Σαμαράκης, «Το ποτάμι»
Δημήτρης Χατζής, «Ανυπεράσπιστοι»
Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ, «Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί», «Το ρολόι της κουζίνας»
Πέτρος Αμπατζόγλου, «Από θέσεως ισχύος»
Γιάννης Ρίτσος, «Γράμματα για το μέτωπο» (απόσπασμα), «Γράμματα απ' το μέτωπο» (απόσπασμα), «Ειρήνη»
Τάσος Λειβαδίτης, «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

Πόλεμος και Ειρήνη Υλικό στο Φωτόδεντρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.